σινεμα - Πωλ Νιούμαν
-3922460656.jpg)
Φωτογραφία από χρήστη P R I T H V I R A J στο Flickr.
Ήταν επίσης συνέταιρος στην ομάδα Newman Wachs Racing. Με το συγγραφέα Α.Ε. Τα πρώτα βήματά του συγκρίνονταν με αυτά του συγχρόνου του, Μάρλον Μπράντο, τον οποίο και σινεμα Βελούδο από μετάξι δεν συμπαθούσε.
Χότσνερ, ο Νιούμαν ίδρυσε την Newman s Own, μια σειρά τροφίμων το 1982. Η επαναστατική του περσόνα είχε Σινεμά πέραση στην επόμενη γενιά.
Ήταν οι ταινίες «Γνώρισα την αγάπη, γνώρισα τη ζωή» (Rachel, Rachel 1968), βασισμένο στο μυθιστόρημα της Μάργκαρετ Λώρενς «A Jest of God», η μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του βραβευμένου με Πούλιτζερ θεατρικού «Άγριες Μαργαρίτες» (1972), η μεταφορά στη μικρή οθόνη του βραβευμένου με Πούλιτζερ Σινεμά θεατρικού «The Shadow Box» (1980) και η μεταφορά στον κινηματογράφο του έργου του Τένεσι Ουίλιαμς με τίτλο «Ο Γυάλινος Κόσμος» (1987). 25 χρόνια μετά την κυκλοφορία της ταινίας «Ο κόσμος είναι δικός μου!», ο Νιούμαν εμφανίστηκε και πάλι στο ρόλο του «Γρήγορου» Έντυ Φέλσον στην ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε, «Το χρώμα Σινεμά του χρήματος» (1986) για την οποία έλαβε το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου. Το 2003, εμφανίστηκε σε μια θεατρική παράσταση του Μπρόντγουεϊ, την επανέκδοση του έργου του Θόρτον Γουάιλντερ, «Η πόλη μας». Συνιδρυτής της είναι ο ίδιος ο Νιούμαν και της έδωσε το όνομά της από τη συμμορία που είχαν με το Ρόμπερτ Ρέντφορντ στην ταινία «Οι Δυο Ληστές» (1969).
Το 2003 ο Νιούμαν συμμετείχε σε ένα ριμέικ του ίδιου θεατρικού. Ο Νιούμαν ήταν ένας από τους λίγους ηθοποιούς που έκαναν με επιτυχία τη μετάβαση από το σινεμά της δεκαετίας του ’50 σε αυτό των δεκαετιών ’60 και ’70. Συνέγραψε μάλιστα με τον Χότσνερ ένα βιβλίο για το σκοπό αυτό με τίτλο «Shameless Exploitation in Pursuit of the Common Good» («Αναίσχυντη Εκμετάλλευση σε Αναζήτηση του Κοινού Καλού»). Ανάμεσά σε άλλους, από τη φιλανθρωπία του Νιούμαν επωφελείται η Hole in the Wall Gang Camp, μια καλοκαιρινή κατασκήνωση για παιδιά με σοβαρά προβλήματα υγείας στο Κονέκτικατ.
Ο Ντιν κέρδισε το ρόλο του Καλ, αλλά το κομμάτι του Νιούμαν δόθηκε στον Ρίτσαρντ Ντάβαλος. Υποστήριξε πως αισθάνεται ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να ασκεί την υποκριτική στο επίπεδο που θα επιθυμούσε.
Οπότε νομίζω πως αυτό είναι πια ένα κλεισμένο βιβλίο για μένα» . Μακριά από το Χόλυγουντ, ο Νιούμαν διατηρούσε το σπίτι του στο Γουέστπορτ, στο Κονέκτικατ, με τη σύζυγό του Τζοάν Γούντγουαρντ. Είχε παντρευτεί δύο φορές. Η ιδέα εξελίχθηκε σε μια αλυσίδα κατασκηνώσεων στις Η.Π.Α., την Ιρλανδία, τη Γαλλία και το Ισραήλ.
Ο Νιούμαν αργότερα σπούδασε υποκριτική στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ και υπό την εποπτεία του Λη Στράσμπεργκ στο Actors Studio της Νέας Υόρκης . Ο Νιούμαν έκανε το ντεμπούτο του σε θέατρο του Μπρόντγουεϊ, στην αυθεντική παραγωγή του έργου του Γουίλιαμ Ίνγκε με τίτλο «Picnic». Σε ηλικία επτά ετών, πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στην υποκριτική, σε μια σχολική παράσταση.
Το όνομά του συνδέθηκε ιδιαίτερα με την εταιρία κατά τη δεκαετία του 80, και εμφανίστηκε και διαφημίσεις αυτοκινήτων της. Απεβίωσε στις 26 Σεπτεμβρίου 2008. Τον Ιούνιο του 2008 διαδόθηκε πως ο Νιούμαν, πρώην μανιώδης καπνιστής, διαγνώστηκε με καρκίνο των πνευμόνων τον Ιανουάριο της ίδιας χρονιάς . Βραβεία Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου Βράβευση: Υποψηφιότητα: Βραβεία Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου Βράβευση: Υποψηφιότητα: Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου Βράβευση: Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών Βράβευση: Υποψηφιότητα: Βραβεία Αμερικανικού Σωματείου Σκηνοθετών Υποψηφιότητα: Βραβεία Έμμυ Βράβευση: Υποψηφιότητα: Χρυσές Σφαίρες Βράβευση: Υποψηφιότητα: National Board of Review Βράβευση: Βραβεία Εθνικού Κύκλου Κριτικών Κινηματογράφου Βράβευση: Βραβεία Κύκλου Κριτικών Κινηματογράφου Νέας Υόρκης Βράβευση: .
Ήταν επίσης ο αφηγητής της ταινίας του 2007 «Ντείλ», σχετικά με τη ζωή του θρυλικού οδηγού NASCAR, Ντέιλ Έρνχαρντ. Ο Νιούμαν ανακοίνωσε πως θα αποσυρθεί πλήρως από την ηθοποιία στις 25 Μαΐου 2007. Απέκτησε τρεις κόρες: την Έλινορ “Νελ” Τερέζα (1959), τη Μελίσα “Λίσυ” Στούαρτ (1961) και την Κλαιρ “Κλέα” Ολίβια (1965).
Έλαβε την πρώτη του υποψηφιότητα για Τόνυ για την ερμηνεία του. Η Σούζαν γυρίζει ντοκιμαντέρ και ασχολείται με φιλανθρωπίες, ενώ έχει συμμετοχές στον κινηματογράφο και το Μπρόντγουεϊ.
Το PBS και το κανάλι της καλωδιακής τηλεόρασης Showtime μετέδωσαν μια μαγνητοσκόπηση της παράστασης, οπότε ο Νιούμαν έλαβε επίσης υποψηφιότητα για Έμμυ. Η τελευταία του εμφάνιση στον κινηματογράφο ήταν στο ρόλο του αφεντικού μιας οργάνωσης παρανόμων στην ταινία «Ο Δρόμος της Απώλειας», στο πλευρό του Τομ Χανκς, ενώ δάνειζε τη φωνή του για ταινίες. Είχε λάβει πολυάριθμα βραβεία για το έργο του, ανάμεσα στα οποία ένα Όσκαρ (επίσης 2 τιμητικά και 9 υποψηφιότητες), 6 Χρυσές Σφαίρες, ένα Βραβείο SAG, ένα BAFTA και ένα Έμμυ.
Ο πρώτος του γάμος ήταν με την Τζάκι Γουίτε, από το 1949 έως το 1958. Ωστόσο αποσύρθηκε στις 23 Μαΐου 2008, επικαλούμενος προβλήματα υγείας .
Ήταν γιος της Τερέζα (το γένος Φέτζερ ή Φέτσκο) Ο Νιούμαν έδειξε ένα πρώιμο ενδιαφέρον για το θέατρο, το οποίο ενθάρρυνε η μητέρα του. Ο Σκοτ Νιούμαν απεβίωσε το Νοέμβρη του 1978 από υπερβολική χρήση ναρκωτικών .
Είχε επίσης βραβευτεί για την ερμηνεία του στην ταινία «Πόθοι στην κάψα του καλοκαιριού» (1958) στο Φεστιβάλ των Καννών, ενώ έχει λάβει τον Ασημένιο Λέοντα στο Φεστιβάλ του Βερολίνου για την ταινία «Δεν είμαι κορόιδο κανενός» (1994). Μαζί απέκτησαν ένα γιο, το Σκοτ (1950), και δύο κόρες, τη Σούζαν Κένταλ (1953) και τη Στέφανι.
Αποτέλεσε μέλος της φοιτητικής αδερφότητας Φι Κάππα Ταυ. Ο Νιούμαν υπηρέτησε στο Ναυτικό κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στις επιχειρήσεις στον Ειρηνικό Ωκεανό . Μετά τον πόλεμο, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Κολλέγιο Κένυον, αποφοιτώντας το 1949. Επίσης, για μια εικοσαετία υπήρξε οδηγός αγωνιστικών αυτοκινήτων, ενώ μέχρι και τις τελευταίες μέρες της ζωής του προσέφερε πλούσιο φιλανθρωπικό έργο. Ο Νιούμαν γεννήθηκε στο Σέικερ Χάιτς, στην πολιτεία Οχάιο.
Κατόπιν συμμετείχε στο ανέβασμα των παραστάσεων «The Desperate Hours» και «Γλυκό Πουλί της Νιότης» με την Τζεραλντίν Πέιτζ. Αργότερα πρωταγωνίστησε στην κινηματογραφική εκδοχή του τελευταίου και πάλι με την Πέιτζ. Η πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο ήταν στο «Ασημένιο Δισκοπότηρο» (1954), το οποίο ακολούθησαν οι αναγνωρισμένοι ρόλοι στις ταινίες «Εμείς οι ζωντανοί» (1956), ως μποξέρ Ρόκι Γκρατσιάνο, «Λυσσασμένη Γάτα» (1958), πλάι στην Ελίζαμπεθ Τέιλορ, και «The Young Philadelphians» (1959), με την Μπάρμπαρα Ρας και τον Ρόμπερτ Βων. Ο Νιούμαν συμμετείχε σε ένα δοκιμαστικό με τον Τζέιμς Ντην για την ταινία «Ανατολικά της Εδέμ» (1955).
Με τον ηθοποιό Ρόμπερτ Ρέντφορντ και το σκηνοθέτη Τζωρτζ Ρόι Χιλ συμμάχησε δύο φορές, για τις δυο υπερεπιτυχημένες ταινίες «Οι Δυο Ληστές» (1969) και «Το Κεντρί» (1973). Πραγματοποίησε κοινές εμφανίσεις με τη σύζυγό του, Τζοάν Γούντγουαρντ, στις ταινίες «Πόθοι στην κάψα του καλοκαιριού» (1958), «Καλημέρα ζωή» (1958), «Δεσμώτες της ηδονής» (1960), «Αγαπηθήκαμε στο Παρίσι» (1961), «Στους δυο τρίτος δεν χωρεί» (1963), «Άσσοι της ταχύτητος και του ιλίγγου» (1969), «WUSA» (1970), «Ο επιθεωρητής Χάρπερ» (1975), «Χάρρυ και γιος: Η σύγκρουση» (1984) και «Ο κύριος και η κυρία Μπριτζ» (1990). Εκτός από το να πρωταγωνιστήσει και να σκηνοθετήσει την ταινία «Χάρρυ και γιος: Η σύγκρουση», ο Νιούμαν σκηνοθέτησε τέσσερις ακόμη ταινίες (στις οποίες δεν συμμετείχε ως ηθοποιός) με πρωταγωνίστρια την Γούντγουαρντ. Όταν αποφοίτησε από το λύκειο το 1943, φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο (που εδρεύει στην πόλη Αθήνα) σπουδάζοντας οικονομικά .
Επιπλέον, ο Νιούμαν είχε την αξιοσημείωτη για αστέρα του κινηματογράφου μονογαμική στάση και έδειξε αφοσίωση στη σύζυγο και τα παιδιά του. Ο Νιούμαν έδειξε για πρώτη φορά ενδιαφέρον για τους αγώνες αυτοκινήτων («το πρώτο πράγμα στο οποίο ανακάλυψα ποτέ ότι είχα κάποια χάρη») ενώ έκανε προπόνηση και πραγματοποιούσε γυρίσματα για την ταινία το 1969, «Ο Νικητής». Ο πρώτος επαγγελματικός αγώνας στον οποίο συμμετείχε ήταν το 1972, στο Τόμσον του Κονέκτικατ. Συμβαδίζοντας με την αγάπη του για τους αγώνες αυτοκινήτων, παρείχε τη φωνή για τον Ντοκ Χάντσον, ένα αποσυρμένο αγωνιστικό αυτοκίνητο στην ταινία των Disney και Pixar, «Αυτοκίνητα».
Ο Νιούμαν σκηνοθέτησε την Έλινορ (καλλιτεχνικό όνομα Νελ Ποτς) στον κεντρικό ρόλο στο πλάι στης μητέρας της στην ταινία «The Effect of Gamma Rays on Man-in-the-Moon Marigolds». Παρά το γεγονός ότι έγινε ίνδαλμα πολύ σύντομα και το στάτους του μεγάλου αστέρα, ο Νιούμαν ήταν γνωστός για την αμφιταλάντευσή του σχετικά με τη ζωή στο Χόλιγουντ. Ο Νιούμαν δωρίζει τα κέρδη σε φιλανθρωπίες.
Μάλιστα έλαβε υποψηφιότητα για Έμμυ ως συμπαραγωγός της ταινίας του πατέρα της , «The Shadow Box». Ο Νιούμαν είπε σε δημοσιογράφο του Associated Press το Μάρτιο του 2005, ότι πιθανώς θα συνέχιζε για ένα χρόνο ακόμη. Ο Νιούμαν ήταν συνιδρυτής της εταιρίας Newman/Haas/Lanigan Racing το 1983.
Ο Νιούμαν είχε οχτώ εγγόνια από τις κόρες του, ενώ ο γιος του δεν απέκτησε παιδιά. Ο Νιούμαν νυμφεύθηκε τη Τζοάν Γούντγουαρντ στις 29 Ιανουαρίου 1958. Η κατασκήνωση φιλοξενεί 13.000 παιδιά το χρόνο εντελώς δωρεάν. Τον Ιούνιο του 1999 ο Νιούμαν προσέφερε $250.000 για την ανακούφιση των προσφύγων του Κοσόβου. Ο Νιούμαν επρόκειτο να αναλάβει την πρώτη του δουλειά ως σκηνοθέτης θεατρικού έργου στο Westport Country Playhouse, και συγκεκριμένα στο ανέβασμα του έργου του Τζον Στάινμπεκ, «Άνθρωποι και Ποντίκια».
Το 1979 έκανε τις 24 ώρες του Λε Μαν, όπου τερμάτισε δεύτερος με μια Πόρσε 935 του Ντικ Μπαρμπούρ. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 οδηγούσε για την ομάδα Bob Sharp, κυρίως με αυτοκίνητα της Nissan. Ο Νιούμαν έκανε δοκιμαστικό για το ρόλο του Άρον Τρασκ, ενώ ο Ντιν για αυτόν του μεγαλύτερου αδερφού του, Καλ Τρασκ (αν και ο Νιούμαν ήταν μεγαλύτερος ηλικιακά του Ντιν).
Ο Πωλ Λέοναρντ Νιούμαν (αγγλικά: Paul Leonard Newman), (26 Ιανουαρίου 1925 - 26 Σεπτεμβρίου 2008), ήταν Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης. Ο Νιούμαν πρωταγωνίστησε στις ταινίες «Έξοδος» (1960), «Ο κόσμος είναι δικός μου» (1961), «Άγριος σαν Θύελλα» (1963), «F.B.I Φάκελος 17, άκρως εμπιστευτικόν» (1966), «Όμπρε!» (1967), «Ο Μεγάλος Δραπέτης» (1967), «Ο Πύργος της Κολάσεως» (1974), «Άγριο Παιχνίδι» (1977) και «Η Ετυμηγορία» (1982).
Στην ηλικία των 70, έγινε ο γηραιότερος οδηγός που αποτέλεσε μέλος νικηφόρας ομάδας σε σημαντικό γεγονός, και συγκεκριμένα στις 24 ώρες της Ντειτόνα, το 1995.
