σινεμα - Ντέιβιντ Λην

σινεμα - Ντέιβιντ Λην
Φωτογραφία από χρήστη tnarik στο Flickr.

Ο Μελ Μπρουκς ήταν επίσης θαυμαστής του σκηνοθέτη και διακωμώδησε αρκετά από τα έργα του στο έργο επιστημονικής φαντασίας του σινεμα Ντέιβιντ Λην με τίτλο Spaceballs. Ο Λην συχνά ανέφερε πως ο Τζων Φορντ ήταν ένας από τους αγαπημένους του σκηνοθέτες, με σημείο αναφοράς σινεμα την ταινία του τελευταίου The Searchers (1956). Οι γονείς του Σινεμά ήταν Κουακέροι και ο ίδιος φοίτησε στο Leighton Park School, που είχαν ιδρύσει οι Κουακέροι στην περιοχή του Ρήντινγκ. Ξεκίνησε την καριέρα του στον κινηματογράφο από πολύ χαμηλά, σαν σινεμα Τζίντζερ Λιν βοηθός που χτυπά τις κλακέτες.

Παντρεύτηκε έξι φορές, λαμβάνοντας πέντε διαζύγια. Στην κριτική που έγραψε για το Δόκτωρ Ζιβάγκο, ο Σινεμά Ρίτσαρντ Σκίκελ υποστήριξε πως η ταινία, ενώ είχε πολλά ψεγάδια, ήταν μια υπέροχη ταινία αν κάποιος την κοιτούσε μονάχα από οπτικής πλευράς, ένα επιχείρημα που επανέλαβαν πολλοί από τους επικριτές του Λην.

Παρά τις διαφορές τους, οι δύο άντρες έτρεφαν εκτίμηση ο ένας για τον άλλο και συνέχισαν Σινεμά να συνεργάζονται για πολλά χρόνια. Άλλοι ηθοποιοί που έλαβαν μέρος σε πολλαπλά έργα του Λην ήταν οι: Τζον Μιλς, Τρέβορ Χάουαρντ, Ομάρ Σαρίφ, Τζακ Χώκινς, Σίλια Τζόνσον, Ραλφ Ρίτσαρντσον, Κέι Γουόλς, Άνν Τοντ, Στάνλεϋ Χόλλοουγεϊ, Ρόμπερτ Νιούτον και Κλωντ Ρέινς. Αρκετές φορές προσπάθησε να συνεργαστεί με τον Μάρλον Μπράντο, σε ρόλους όπως Σινεμά ο Βίκτωρ Κομαρόβσκυ στο Δόκτωρ Ζιβάγκο (ρόλος που υποδύθηκε τελικά ο Ροντ Στάιγκερ) και ο Λοχαγός στην Κόρη του Ράιαν. Οι Στήβεν Σπίλμπεργκ και Μάρτιν Σκορσέζε ιδιαίτερα δηλώνουν μεγάλοι θαυμαστές του έργου του Λην και τον αναγνωρίζουν σαν πρωταρχική επιρροή στο δικό τους έργο.

Ο τελευταίος αρνούταν επίμονα Σινεμά την εκδοχή αυτή. Για την τελευταία ταινία βραβεύτηκε με Χρυσή Άρκτο στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίνου. Η ταινία Summertime (1955), σηματοδότησε μια νέα κατεύθυνση για τον Λην.

Ο σκηνοθέτης Φρανσουά Τρυφώ κάποτε αναφέρθηκε απαξιωτικά στα έργα του Λην ονομάζοντάς τα “Πακέτα Όσκαρ”, ενώ η κριτικός Λίντσεϋ Άντερσον αναφέρει πως τα έργα του Λην διαθέτουν μια “οπτική της ιστορίας σαν κουτί από σοκολατάκια”. Ο Λην χρίσθηκε ιππότης το 1984. Σχεδίαζε μια επική παραγωγή του έργου του Τζόζεφ Κόνραντ με τίτλο Nostromo, όταν απεβίωσε από καρκίνο, σε ηλικία 83 ετών.

Τη στιγμή που τα πρώτα του βρετανικά έργα γνώρισαν σχεδόν καθολική αποδοχή, τα επικά του αποτέλεσαν αφορμή μεγάλων αντιγνωμιών. Κάποιοι κριτικοί, ανάμεσα στους οποίους οι Πωλίν Κάελ, Μπόσλεϋ Κρόουδερ και Άντριου Σάρρις, αντιπαθούσαν τα επικά έργα του Λην σαν σύνολο, θεωρώντας πως ήταν απλά οπτικά θεάματα χωρίς περισσότερο βάθος. Ανάμεσα σε άλλα έργα που επιχείρησε να γυρίσει ο Λην και τελικά εγκατέλειψε ή παρέδωσε σε άλλους ήταν τα The Wind Cannot Read (1958), The Bounty (1984), Out of Africa (1985), και Empire of the Sun (1987). Παρόλο που ο Λην θεωρείται από πολλούς ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες όλων των εποχών, η δημοφιλία του ανάμεσα στους κριτικούς είχε διακυμάνσεις από καιρό σε καιρό.

Τελικά το Nostromo έγινε μίνι σειρά του BBC. Σημειώνεται πως τα επόμενα χρόνια συνέχισε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη με επιτυχία διάφορα από τα θεατρικά έργα του Κάουαρντ.

Έτσι, με δεδομένη την τελειομανία και το δύσκολο χαρακτήρα του Γκίνες, καθώς και με αυτό που αντιλαμβανόταν ως αυταρχισμό του Λην καθώς γύριζε μια ταινία, οι δύο τους κατέληγαν σε καβγά φαινομενικά σε όλες τις ταινίες που γύρισαν μαζί. Ακολούθησαν τα The Sound Barrier (1952), μια συνεργασία με το θεατρικό συγγραφέα Τέρενς Ράττιγκαν, και Hobson s Choice (1954), βασισμένο σε θεατρικό του Χάρολντ Μπρίγκχαουζ.

Οι σύζυγοί του ήταν χρονολογικά: Ο Λην είχε επίσης και διάφορους δεσμούς, με πιο γνωστό αυτόν με την Μπάρμπαρα Κόουλ, το κορίτσι για το σκριπτ, στις ταινίες Λώρενς και Ζιβάγκο. Βραβεία Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου Βράβευση: Υποψηφιότητα: Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου Βράβευση: Βραβεία Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (BAFTA) Υποψηφιότητα: Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου Βράβευση: Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών Βράβευση: Υποψηφιότητα: Βραβεία Σωματείου Σκηνοθετών της Αμερικής Βράβευση: Υποψηφιότητα: Χρυσές Σφαίρες Βράβευση: Υποφηφιότητα: National Board of Review Βράβευση: Βραβεία Κύκλου Κριτικών Νέας Υόρκης Βράβευση: Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας Υποψηφιότητα: Βραβεία Σωματείου Σεναριογράφων της Αμερικής Υποψηφιότητα: . Μεγάλη επιτυχία γνώρισε επίσης ο Δόκτωρ Ζιβάγκο (1965).

Επίσης είχε στενή φιλία με την πρωταγωνίστρια του Summertime, Κάθριν Χέπμπορν. Ο Λην έζησε για μεγάλο διάστημα στο Λάιμχαουζ του Ανατολικού Λονδίνου. Η καριέρα του σε ταινίες μεγάλου μήκους ξεκίνησε με την Escape Me Never το έτος 1935. Κατόπιν συνέχισε με το μοντάζ δύο ταινιών του Γκαμπριέλ Πασκάλ, μεταφορών στον κινηματογράφο δύο έργων του Τζορτζ Μπέρναρντ Σω: του Πυγμαλίωνα (1938) και του Major Barbara (1941).

Μια άλλη σημαντική επιρροή για τον Λην ήταν το έργο του Κινγκ Βίντορ The Big Parade (1926), το οποίο και ανέφερε απευθείας στην ταινία Δόκτωρ Ζιβάγκο. Ο Λην, μάλιστα, κέρδισε υποψηφιότητα για Όσκαρ τόσο για τη σκηνοθεσία, όσο και για το σενάριο και το μοντάζ της ταινίας αυτής. Το πρώτο του έργο με την ιδιότητα του σκηνοθέτη ήταν μια συνεργασία με τον Νόελ Κάουαρντ για την ταινία In Which We Serve (1942).

Ο Σπίγκελ επιθυμούσε τον Μπράντο για Λώρενς και όχι τον Πήτερ Ο’ Τουλ. Η ερμηνεία του Πήτερ Ο’ Τουλ ως εκκεντρικού σκηνοθέτη στην ταινία της δεκαετίας του 1980 The Stunt Man βασίστηκε μερικώς στον Λην, που τον σκηνοθέτησε στο Λώρενς της Αραβίας. Επιπλέον, ο Λην σκηνοθέτησε ορισμένες σκηνές της Ωραιότερης Ιστορίας του Κόσμου (1965), ενώ ο Τζωρτζ Στήβενς εργαζόταν παράλληλα στη Νεβάδα.

Και οι δύο, μάλιστα, βοήθησαν στην αποκατάσταση του Λώρενς της Αραβίας κατά το έτος 1989, οπότε και επανακυκλοφόρησε, αποκαθιστώντας τη δημοφιλία του Λην. Η ταινία ήταν πλέον έγχρωμη, με τα γυρίσματα να λαμβάνουν χώρα εξ ολοκλήρου σε πραγματικές τοποθεσίες στη Βενετία.

Ήταν επίσης θαυμαστής σκηνοθετών του βωβού κινηματογράφου, όπως ο Τσάρλι Τσάπλιν και ο Μπάστερ Κίτον. Ο Λην συνεργάστηκε με τον Άλεκ Γκίνες σε έξι από τις ταινίες του. Επίσης βραβεύτηκε με τρεις Χρυσές Σφαίρες και Χρυσή Άρκτο από το Φεστιβάλ του Βερολίνου.

Μετά τη μέτριας επιτυχίας ταινία Η Κόρη του Ράιαν το 1970, ο Λην δε σκηνοθέτησε πια παρά μόνο το έργο Το Πέρασμα στην Ινδία (1984), το οποίο ήταν και το τελευταίο του. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα This Happy Breed (1944), Blithe Spirit (1945) και Σύντομη Συνάντηση (1945).

Αυτά ακολούθησαν δύο διασκευές έργων του Καρόλου Ντίκενς: οι Μεγάλες Προσδοκίες (1946) και ο Όλιβερ Τουίστ (1948). Ο Σερ Ντέιβιντ Λην (αγγλικά: David Lean, 25 Μαρτίου 1908 – 16 Απριλίου 1991) ήταν ένας Άγγλος σκηνοθέτης, σεναριογράφος, μοντέρ και παραγωγός.

Άλλοι κριτικοί αποφάνθηκαν πως Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι και Ο Λώρενς της Αραβίας ήταν αξιοσημείωτα έργα, ενώ τα επόμενα, Δόκτωρ Ζιβάγκο και Η Κόρη του Ράιαν, ήταν απλά μια προσπάθεια να επαναλάβει τις προγενέστερες του επιτυχίες. Οι δύο τους συχνά είχαν διαφωνίες: για παράδειγμα ο Λην είχε μεταφέρει στον κινηματογράφο τη θεατρική διασκευή από τον Γκίνες του μυθιστορήματος του Καρόλου Ντίκενς, Μεγάλες Προσδοκίες, και έτσι ένιωθε υπεύθυνος για την κινηματογραφική καριέρα του Γκίνες.

Έχοντας γνωρίσει παγκόσμια αναγνώριση και επηρεάσει το έργο πολλών μεταγενέστερων συναδέλφων του, τον θυμόμαστε για τη δημιουργία επικών ταινιών μεγάλης κλίμακας, όπως Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι (1957), Ο Λώρενς της Αραβίας (1962), Δόκτωρ Ζιβάγκο (1965) και Το Πέρασμα στην Ινδία (1984). Ο Λην ήρθε στον κόσμο στο Κρόυντον, του Γκρέιτερ Λάντον, από τον Φράνσις Ουίλιαμ λε Μπλουντ Λην και την Ελένα Τανγκί. Επίσης σκόπευε να τον συμπεριλάβει στην παραγωγή του Nostromo την οποία και υλοποιούσε την εποχή του θανάτου του.

Χρηματοδοτημένη από τις Ηνωμένες Πολιτείες, στην ταινία πρωταγωνιστούσε η Κάθριν Χέπμπορν, στο ρόλο μιας Αμερικανίδας μέσης ηλικίας που ζει μια ρομαντική περιπέτεια ενώ βρισκόταν σε διακοπές στη Βενετία. Τα επόμενα χρόνια, ο Λην συνέχισε εργαζόμενος στα μεγαλεπήβολα έργα για τα οποία έμεινε γνωστός: αρχικά Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι (1957), για την οποία κέρδισε και Όσκαρ Σκηνοθεσίας, ακολουθούμενο από ένα δεύτερο για την ταινία Ο Λώρενς της Αραβίας (1962). Αν και ο Ράιαν και η Ινδία ήταν λιγότερο επιτυχημένα τον καιρό που κυκλοφόρησαν στις αίθουσες, κέρδισαν αναγνώριση από το κοινό όταν αργότερα κυκλοφόρησαν σε DVD. Όπως τόνισε ο ίδιος ο Λην, οι ταινίες του θαυμάστηκαν και θαυμάζονται περισσότερο από τους συναδέλφους γιατί αποτελούν μια βιτρίνα της τέχνης ενός δημιουργού ταινιών.

Οι περισσότερες από τις δικές του σκηνές περιελάμβαναν τον Κλωντ Ρέινς και τον Χοσέ Φέρρερ (1965), οι οποίοι είχαν αμφότεροι συνεργαστεί με τον Λην νωρίτερα στο Λώρενς της Αραβίας. Το σπίτι του στη Narrow Street ανήκει ως τις μέρες μας στην οικογένειά του.

Εν τούτοις, πολλοί άλλοι κριτικοί επιδοκίμασαν το σενάριο των επικών ταινιών του Λην (από τους Καρλ Φόρμαν, Μάικλ Ουίλσον και Ρόμπερτ Μπολτ), επειδή θεωρούσαν πως ήταν πιο έξυπνα, πιο λόγια και πιο αληθοφανή από τα σενάρια των περισσότερων επικών ταινιών της εποχής. Μια διάσημη ρήση του Λην αναφορικά με τις κριτικές που δεχόταν είναι:     Δεν θα έπαιρνα υπόψη μου τις συμβουλές πολλών από αυτούς τους αυτοαποκαλούμενους κριτικούς, ούτε για να γυρίσω κοντινό πλάνο σε μια τσαγιέρα!     Τα έργα του Λην γενικότερα υπήρξαν ιδιαίτερα δημοφιλή με το κοινό, με τη Γέφυρα, τον Λώρενς και τον Ζιβάγκο να κατέχουν μια θέση ανάμεσα στις εμπορικότερες ταινίες όλων των εποχών. Οι Τζον Μίλιους, Σέρτζιο Λεόνε, Σαμ Πέκινπα, Στάνλεϋ Κιούμπρικ και Σίντνεϋ Πόλλακ έχουν επίσης παραδεχτεί την επιρροή του Λην στο έργο τους.

Ωστόσο, δεν ήθελε να του δώσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο Λώρενς της Αραβίας, καθώς προτιμούσε έναν Άγγλο ηθοποιό. Η τελευταία του σύζυγος ήταν νυμφευμένη μαζί του όταν απεβίωσε.

Οι ηθοποιοί Μάρλον Μπράντο, Πωλ Σκώφιλντ, Άντονυ Κουίν, Κρίστοφερ Λαμπέρτ, Ιζαμπέλλα Ροσελλίνι, και Ντένις Κουέιντ είχαν επιλεχθεί σαν μέλη του καστ της ταινίας. Το 1990 έλαβε τιμητικό βραβείο από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου για τη συνολική προσφορά του.

Ο Τζωρτζ Λούκας έκανε αναφορές στα έργα του Λην (και ιδίως τον Λώρενς) κατά τη διάρκεια της σειράς ταινιών του με τίτλο Ο Πόλεμος των Άστρων. Μια άποψη που ορισμένοι κριτικοί διατηρούν μέχρι τις ημέρες μας.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του βραβεύτηκε με δύο Όσκαρ και ήταν υποψήφιος άλλες εννέα φορές. Ενώ ο Ο’Τουλ είχε σε υπόληψη τον Λην, αρνήθηκε τις ευκαιρίες που είχε να συνεργαστεί μαζί του σε κάποιο από τα επόμενα φιλμ του σκηνοθέτη.

Αν και ο Λην σήμερα είναι ευρύτερα γνωστός ως σκηνοθέτης ταινιών, για την τελευταία του ταινία, Το Πέρασμα στην Ινδία, επέλεξε τόσο να σκηνοθετήσει όσο και να μοντάρει, με τις δύο του ασχολίες να προβάλλονται ισότιμα στους τίτλους τέλους της ταινίας. Οι δύο τους πιθανώς χάλασαν τις σχέσεις τους όταν ο ηθοποιός αρνήθηκε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον Δόκτωρ Ζιβάγκο. Ο Λην είχε κατά καιρούς αναφέρει πως θεωρούσε τον Τσαρλς Λάφτον (Hobson s Choice), τον Γουίλιαμ Χόλντεν (Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι) και Κλωντ Ρέινς (The Passionate Friends και Λώρενς της Αραβίας) ως τους αγαπημένους του ηθοποιούς από όσους συνεργάστηκε.

Μέχρι το 1930 δούλεψε σαν μοντέρ για τα φιλμάκια των ειδήσεων, σε εταιρίες όπως οι Gaumont Pictures και Movietone.