σινεμα - Μπέτι Ντέιβις

σινεμα - Μπέτι Ντέιβις
Φωτογραφία από χρήστη nicogenin στο Flickr.

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων τσακώθηκαν, γιατί ο Γουάιλερ πίστευε ότι η Ντέιβις έπαιζε τον ρόλο της Ρετζίνα Γκίντενς, μιας σινεμα Μπέτι Ντέιβις συμφεροντολόγας και μοχθηρής γυναίκας, χωρίς να της δίνει καμία ανθρώπινη υπόσταση. Ο Τόουν στη συνέχεια παντρεύτηκε την Κρόφορντ, κάτι που σινεμα δημιούργησε αντιπάθεια ανάμεσα στις δυο γυναίκες η οποία θα μεγάλωνε Σινεμά με την πάροδο των χρόνων.

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας Η εξαφάνιση της Έιμι ήρθε σε ρήξη με τη Φέι Ντάναγουεϊ επειδή αισθάνθηκε ότι σινεμα Σατόσι Κον δεν της έδινε το σεβασμό που άξιζε, και την αποκάλεσε μη επαγγελματία. Η Κρόφορντ κέρδισε το Όσκαρ το 1945 για την ταινία Σινεμά αυτή και κέρδισε την εύνοια του Γουόρνερ.

Μετά από μερικές ημέρες γυρισμάτων όμως, η Ντέιβις ανάγκασε την Κρόφορντ να αποχωρήσει και τη θέση της πήρε η φίλη της Ολίβια Ντε Χάβιλαντ. Η Ντέιβις δεν είχε εμπειρία στο μιούζικαλ και βρέθηκε έξω απ τα χωράφια της.

Σπουδάζει Σινεμά χορό, ενώ ταυτόχρονα φοιτά στη δραματική σχολή έχοντας για συμφοιτήτριες την Κάθριν Χέπμπορν και την Λούσι Μπολ. Η τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση ήταν στην ταινία Wicked Stepmother του 1989. Μετά την λυποθυμία της, κατά τη διάρκεια των βραβείων του αμερικανικού σινεμά το 1989, ανακάλυψε ότι ο καρκίνος είχε υποτροπιάσει, ανέκαμψε για Σινεμά λίγο καιρό πράγμα που της επέτρεψε να ταξιδέψει στην Ισπανία όπου την τίμησαν με βραβείο καριέρας, αλλά κατά τη διάρκεια της διαμονής της εκεί η υγεία της χειροτέρευσε.

Όταν βγαίνει η ταινία στους κινηματογράφους, οι κριτικοί την αποθεώνουν αναφέροντας ότι πρόκειται για την καλύτερη ερμηνεία που έχει ποτέ Σινεμά γίνει από Αμερικανίδα ηθοποιό. Το 1935 πρωταγωνίστησε στο Μια επικίνδυνη γυναίκα (Dangerous) με τον Φράντσο Τόουν. Όλη η αφρόκρεμα του Χόλυγουντ προσπαθούσε να εμψυχώσει τους στρατιώτες με θεαματικές εμφανίσεις κι εκδηλώσεις στο Hollywood Canteen.

Οι κριτικές ήταν και πάλι μέτριες κι οι καυγάδες με τους συμπρωταγωνιστές της ατελείωτοι, τόσο Σινεμά που ώθησαν τη Ντέιβις ν αποχωρήσει επικαλούμενη ασθένεια. Το 1962 δέχτηκε να συμπρωταγωνιστήσει μαζί με την μεγάλη της αντίπαλο Τζόαν Κρόφορντ στην ταινία τρόμου Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν (Whatever happened to Baby Jane) του Ρόμπερτ Όλντριχ, πιστεύοντας ότι ο ρόλος της, ως πρώην παιδί θαύμα Μπέιμπι Τζέιν Χάτσον, θ αναβίωνε την καριέρα της και θα χε απήχηση στο κοινό που χε λατρέψει την ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ Ψυχώ, δυό χρόνια πριν. Παράλληλα με την επαγγελματική επιτυχία ήρθε και η προσωπική, καθώς το 1940 παντρεύτηκε για δεύτερη φορά με τον Άρθουρ Φαρνσγουόρθ. Τον Ιανουάριο του 1941 η Μπέτι Ντέιβις έγινε πρόεδρος της ακαδημίας των Όσκαρ, ήταν πρώτη ηθοποιός με αυτή τη διάκριση.

Ως απάντηση στο βιβλίο της Μπάρμπαρα η Ντέιβις συνέγραψε την δεύτερη αυτοβιογραφία της This n That. Η Ντέιβις το 1987 συμπρωταγωνίστησε έναν άλλο θρύλο του αμερικάνικου κινηματογράφου τη Λίλιαν Γκις στην ταινία Οι φάλαινες του Αυγούστου (The Whales Of August), μιά ταινία που μιλάει για τα προβλήματα της τρίτης ηλικίας κι εξετάζει τη ζωή δυό ηλικιωμένων αδελφών. Είναι γνωστή επίσης για τις ταινίες της Ανθρώπινη δουλεία του 1934, Το γράμμα του 1940, Μικρές Αλεπούδες του 1941, Το ξέσπασμα μιας ψυχής του 1942, Όλα για την Εύα του 1950 και Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν του 1962.

Κατά τα μέσα της δεκαετίας του 50 η Ντέιβις κι ο Μέριλ άρχισαν να καυγαδίζουν και το 1960 πήραν διαζύγιο. Έτσι στα τέλη του 1936 αποφάσισε να ταξιδέψει στην Αγγλία, για να γυρίσει δύο φιλμ με τον Άγγλο σκηνοθέτη Αλεξάντερ Κόρντα.

Στα γυρίσματα της ταινίας φημολογείται ότι ερωτεύτηκε τον συμπρωταγωνιστή της, ο οποίος εκείνη την περίοδο είχε σχέση με τη Τζόαν Κρόφορντ. Η ταινία ήταν επιτυχημένη και ανανέωσε πάλι το ενδιαφέρον του κοινού για τη Ντείβις, που συνέχισε να είναι ενεργός στο χώρο του σινεμά μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 70, η Ντέιβις συνέχισε να δουλεύει και συμμετείχε κυρίως σε τηλεοπτικές παραγωγές, ενώ στις ελάχιστες κινηματογραφικές της ταινίες εμφανιζόταν σαν καρατερίστα.

Στο Ελισάβετ και Έσσεξ υποδύθηκε την βασίλισσα Ελισάβετ Α της Αγγλίας και συνεργάστηκε για δεύτερη και τελευταία φορά με τον Έρολ Φλιν, ενώ στην ταινία εμφανιζόταν κι η φίλη της Ολίβια Ντε Χάβιλαντ. Το γράμμα (The Letter) του 1940, βασισμένο και αυτό σε μυθιστόρημα του Σόμερσετ Μομ, την ξανάφερε κοντά στον αγαπημένο της σκηνοθέτη Γουίλιαμ Γουάιλερ. Η επόμενή της ταινία ήταν η Ζέζεμπελ (Jezebel) του 1938 με συμπρωταγωνιστή το Χένρι Φόντα και σκηνοθέτη το Γουίλιαμ Γουάιλερ.

Πρωταγωνίστησε σε πολλές κλασσικές ταινίες της χρυσής περιόδου του αμερικάνικου κινηματογράφου, προτάθηκε 11 φορές για όσκαρ και το κέρδισε δύο φορές για τις ταινίες Μια επικίνδυνη γυναίκα το 1935 και Ζέζεμπελ το 1938. Η Ντέιβις αποχώρησε από το σετ της ταινίας, για να ξαναεπιστρέψει αφότου έμαθε ότι θα την αντικαθιστούσε η Κάθριν Χέπμπορν.

Στην τελετή την τίμησαν με την παρουσία τους και μίλησαν γι αυτήν, ο Χένρι Φόντα, η Τζέιν Φόντα, ο Γουίλιαμ Γουάιλερ, η Νάταλι Γούντ κι η Ολίβια Ντε Χάβιλαντ. Συνέχισε να δουλεύει και τη δεκαετία του 80 και το 1983, μετά την ολοκλήρωση της τηλεταινίας Right of way με τον Τζέιμς Στιούαρτ, της διέγνωσαν καρκίνο του μαστού και της έκαναν μαστεκτομή. Την ίδια χρονιά ακόμη μια ευκαιρία της χτυπά την πορτα κι αυτή τη φορα δεν πρόκειται να τη χάσει, η R.K.O.

Πέθανε στις 6 Οκτωβρίου του 1989. Αρχικά η παραγωγή αυτή φιλοδοξούσε να επανενώσει τη Ντέιβις με την Κρόφορντ, για να επαναλάμβαναν την επιτυχία του Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν.

Oι ταινίες όμως μετα απ αυτήν άρχισαν να χάνουν λεφτά κι η δημοτικότητά της άρχισε να πέφτει, ο πρωταγωνιστικός ρόλος πήγε πάλι στην Κρόφορντ, η οποία ήταν πάλι υποψήφια για τα όσκαρ. Ο μόνος που κατάφερε ν αποσπάσει Όσκαρ ερμηνείας ήταν ο Τζώρτζ Σάντερς για τον κυνικό κριτικό Άντισον Ντε Γουίτ.

Ο Ζάνουκ κι ο Μάνκιεβιτς τότε στράφηκαν στη μοναδική ηθοποιό που ήταν εύκαιρη εκείνη την περίοδο και σ εκείνη η οποία είχε την εμπειρία να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του ρόλου τη Μπέτι Ντέιβις. Η Ντέιβις έδωσε την ερμηνεία της ζωής της , τόσο που η Ντέιβις ευχαρίστησε τον Μανκιεβιτς που την έσωσε απ την αφάνεια.

Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την έχει κατατάξει δεύτερη στη λίστα με τις 25 μεγαλύτερες σταρ όλων των εποχών. Η Ρουθ Ελίζαμπεθ Ντέιβις γεννήθηκε στο Λόουελ της Μασαχουσέτης στις 5 Απριλίου του 1908 κι οι γονείς της, ο δικηγόρος Χάρλοου Μόρελ Ντέιβις και η φωτογράφος Ρουθ Αυγούστα Ντέιβις, απέκτησαν ένα χρόνο μετά ακόμη μια κόρη τη Μπάρμπαρα. Η Ντέιβις είχε ληφθεί υπόψιν για το ρόλο της Σκάρλετ κι όταν ο Σέλζνικ, μετά από ψάξιμο, δεν κατάφερε να βρει την κατάλληλη ηθοποιό για το ρόλο της Σκάρλετ, ζήτησε απ τον Γουόρνερ τη Ντέιβις.

Την ίδια χρονιά συμπρωταγωνίστησε με τον Έρολ Φλιν, για τον οποίο έτρεφε μεγάλη αντιπάθεια, στην ταινία Μετά την καταιγίδα (The Sisters). Το 1939 που από τους κριτικούς θεωρείται η καλύτερη χρονιά στην ιστορία του κινηματογράφου, η Μπέτι Ντέιβις είχε τέσσερις ταινίες στο Box Office: το Το λυκόφως μιας ζωής (Dark Victory), που στην Ελλάδα είναι γνωστή επίσης και ως Πικρή νίκη, το Χουαρέζ (Juarez), το Δράμα μιας αμαρτωλής (The Old Maid) και το Ελισάβετ και Έσσεξ (The private lives of Elisabeth & Essex). Απέρριψε επίσης πρωταγωνιστικούς ρόλους στις ταινίες Η βασίλισσα της Αφρικής (The African Queen) και Ξαναγύρισε, μικρή μου Σέμπα (Come back, little Sheba), ρόλους που χάρισαν ευνοϊκές κριτικές και βραβεία στις ηθοποιούς που τους ενσάρκωσαν. Το 1952 διαπιστώνοντας την ύφεση στην κινηματογραφική της καριέρα η Ντέιβις στράφηκε ξανά στο θέατρο.

Η Ντέιβις βοηθούσε οικονομικά την οικογένεια της κόρης της κι αυτό ήταν κάτι που αναγνωρίστηκε απ όλους τους υποστηρικτές της. Οι αποτυχία των πρώτων της ταινιών έχει σαν αποτέλεσμα να μην της ανανεώσουν το συμβόλαιο και να αφήσει τη Universal. Tο 1932 ο Τζόρτζ Άρλις, ο οποίος την είχε δει παλιότερα στο θέατρο, τη ζητά για συμπρωταγωνίστριά του σε μια παραγωγή της Warner το Ο άνθρωπος που έπαιζε το Θεό (The man who played God).

Η ηθοποιός πίστεψε ότι η Κρόφορντ, της οποίας η δημοτικότητα είχε πέσει αισθητά απ τις αρχές της δεκαετίας, δε θα τα βγαζε πέρα με το Τζακ Γουόρνερ, που ήταν πολύ πιο σκληρός απ τον Λούι Μπι Μάγιερ της Metro-Goldwyn-Mayer όπου δούλευε πριν η Κρόφορντ. Η ταινία αυτή θεωρείται προπομπός της υπερπαραγωγής του Ντέιβιντ Σέλζνικ Όσα παίρνει ο άνεμος κι ο ρόλος της Ντέιβις, ως κακομαθημένη καλλονή του αμερικάνικου νότου, παρουσιάζει ομοιότητες με εκείνον της Σκάρλετ Ο Χάρα.

Ο Γουόρνερ θα δάνειζε τη Ντέιβις στο Σέλζνικ με την προϋπόθεση ότι το ρόλο του Ρετ θα τον έπαιζε ο Έρολ Φλιν. Το φιλμ κερδισε Όσκαρ σκηνοθεσίας και σεναρίου για το Μανκιεβίτς και καλύτερης ταινίας.

Η Ντέιβις, της οποίας η ερμηνεία είχε λάβει πολύ καλές κριτικές θεωρούνταν το φαβορί, όμως την βραδιά των όσκαρ το βραβείο πήγε στην Αν Μπάνκροφτ, η οποία λόγω θεατρικών υποχρεώσεων δεν είχε μπορέσει να παραβρεθεί. Skeffington), χάνοντας αυτή τη φορά απ την Ίνγκριντ Μπέργκμαν για την ταινία Εφιάλτης (Gaslight) και την επόμενη χρονιά κέρδισε και πάλι τις εντυπώσεις με την ταινία Άγουρα στάχυα (The Corn is Green). Η Ντέιβις το 1945 βρίσκονταν σε θέση ισχύος στη Warner.

Εκείνη την εποχή η κόρη της Μπάρμπαρα, έγραψε κι εξέδωσε το βιβλίο My mother s keeper, στο οποίο παρουσίαζε τη μητέρα της αυταρική κι αλκοολική. Η έχθρα μεταξύ των δύο γυναικών εντείνονταν όλο και περισσότερο, ενώ το στούντιο προσπαθούσε να βρει την κατάλληλη ταινία για να τις κάνει να εμφανιστούν μαζί, κάτι που έγινε πολλά χρόνια αργότερα με το Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν του 1962.

Η ηθοποιός είχε δημιουργήσει τη φήμη ότι ήταν δύσκολη κι οι παραγωγοί δύσκολα θα της εμπιστεύονταν πλέον σενάρια, παράλληλα ο γάμος της με τον Γουίλιαμ Σέρι όδευε προς το τέλος του και το διαζύγιο ήταν αναπόφευχτο. Η τύχη ξαναχαμογέλασε στη Μπέτι Ντέιβις στα τέλη του 1949: όταν η Κλοντέτ Κολμπερ η οποία είχε επιλεχθεί απ το σκηνοθέτη Τζόσεφ Μάνκιεβιτς και το Ντάριλ Ζάνουκ διευθυντή της 20th Century Fox για τον ρόλο της Μάργκο Τσάνινγκ στην ταινία Όλα για την Εύα είχε ένα ατύχημα και δε μπορούσε να παίξει στην ταινία. Επίσης εμφανίστηκε και στη μεταφορά του μυθιστορήματος της Άγκαθα Κρίστι Έγκλημα στο Νείλο (Death On The Nile, 1978), με τον Πίτερ Ουστίνοφ, τη Μία Φάροου, τη Μάγκι Σμιθ και την Άντζελα Λάνσμπερι. Το 1977 το ινστιτούτο του αμερικάνικου κινηματογράφου της παραχώρησε τιμητικό βραβείο καριέρας, κάνοντας την, την πρώτη γυναίκα κάτοχο του βραβείου αυτού.

Έτσι πνίγοντας τον εγωισμό της συνεργάστηκε με την μισητή της αντίπαλο, χωρίς να δημιουργήσει προβλήματα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Εκείνη τη χρονιά η μεγάλη της αντίπαλος Τζόαν Κρόφορντ υπέγραψε συμβόλαιο με τη Warner.

Ο ρόλος είναι αυτός μιάς αντιπαθητικής κι αδίστακτης γυναίκας, τόσο που καμιά απ τις σταρ της εποχής εκείνης δεν ήθελε να τον παίξει. Κατέκριναν κυρίως το γεγονός ότι μετά το Όλα για την Εύα η Ντέιβις υποδύονταν περισσότερο τον εαυτό της στις ταινίες της κι ότι πλέον η προσωπικότητά της, οι χειρονομίες της και το κάπνισμα απότελούσαν μέρος της κάθε κινηματογραφικής της εμφάνισης.

Ο Γουόρνερ είναι αρχικά διστακτικός να τη δανείσει, αλλά η Ντέιβις τον πείθει γυρίζοντας σαν αντάλλαγμα μια ακόμη ταινία που δεν είναι της αρεσκείας της για τη Warner. Το 1981 ένα τραγούδι της Κιμ Καρνς με τίτλο Bette Davis Eyes αφιερωμένο σε αυτήν έκανε παγκόσμια επιτυχία.

Παρόλο που απείχε από το στερεότυπο της ομορφιάς των σταρ του Χόλυγουντ της εποχής της, υπογράφει συμβόλαιο με την Universal. Το 1931 γυρίζει την πρώτη της ταινία Η κακιά αδελφή (The bad sister) κι ακολουθούν άλλες πέντε ταινίες στη Universal, οι οποίες δεν έχουν επιτυχία. Η ταφή της έγινε στο Λος Άντζελες και στην ταφόπλακά της αναγράφεται She did it the hard way (Έκανε τα πάντα με τον δυσκολότερο τρόπο). Η Μπέτι Ντέιβις ήταν η πρώτη ηθοποιός του Χόλιγουντ που κατάφερε να εξασφαλίσει 10 υποψηφιότητες για βραβείο όσκαρ, με την πάροδο των χρόνων μόνο τρεις ηθοποιοί κατάφεραν να ισοφαρίσουν και να ξεπεράσουν το ρεκόρ της κι αυτοί είναι οι: Η Μέριλ Στριπ με 15 υποψηφιότητες, ο Τζακ Νίκολσον με 12 υποψηφιότητες και η Κάθριν Χέπμπορν με 12 υποψηφιότητες. Είχε επίσης το ρεκόρ για τις περισσότερες υποψηφιότητες μέχρι τα 34 της χρόνια, ένα ρεκόρ που κατάφερε να καταρρίψει η Κέιτ Γουίνσλετ που έχει 6 υποψηφιότητες ενώ είναι μόλις 33 χρόνων. Μοιράζεται ακόμα και σήμερα μαζί με τη Γκριρ Γκάρσον το ρεκόρ συνεχόμενων υποψηφιοτήτων στα όσκαρ (ήταν υποψήφια για πέντε συνεχόμενες χρονιές απ το 1938 μέχρι και το 1942). Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου Βράβευση: Υποψηφιότητα: .

Ως Woman s pictures( ταινίες γυναίκας ) χαρακτηρίζεται μια ομάδα ταινιών που γυρίστηκαν εκείνη την εποχή κι αποσκοπούσαν στο να δώσουν παρηγοριά στις γυναίκες, όσο οι σύζυγοί τους έλειπαν στον πόλεμο. Οι πρώτες της προτάσεις δεδομένου του Β Παγκοσμίου πολέμου, ήταν να πωλούνται εισιτήρια για την τελετή των Όσκαρ, των οποίων τα κέρδη θα διατίθεντο για βοήθεια στα εμπόλεμα κράτη, επίσης πρότεινε να ματαιωθεί η δεξίωση μετά την τελετή.

Όντας ειλικρινής παραδέχτηκε ότι η ακαδημία θέλησε να διορθώσει την αδικία που της είχε γίνει την προηγούμενη χρονιά. Την επόμενη χρονιά εμφανίστηκε στην ταινία Το απολιθωμένο δάσος με τους Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και Λέσλι Χάουαρντ. Έτσι όταν τελείωσαν τα γυρίσματα και μετά από 18 χρόνια άφησε τη Γουόρνερ, ενώ στο Χόλυγουντ υπήρχε η πεποίθηση ότι η επιτυχία είχε τελειώσει πλέον για τη Ντέιβις.

Το 1932 παντρεύεται επίσης τον αγαπημένο της Χάρμον Όσκαρ Νέλσον. Η Ντέιβις ήταν πλέον γνωστή ως ιδιαίτερη προσωπικότητα κι οι χαρακτηριστικές της κινήσεις αντιγράφονταν από κωμικούς και μίμους σε κλαμπ.

Η καριέρα της διήρκεσε κοντά 60 χρόνια και το 1977 τιμήθηκε με βραβείο καριέρας από το ινστιτούτο του αμερικάνικου κινηματογράφου. Ο Ζάνουκ δεν είχε καλές σχέσεις με τη Ντέιβις και παρόλα αυτά αποφάσισε να επικοινωνίσει μαζί της για να της προτείνει το ρόλο.

Την ίδια χρονιά γύρισε και την ταινία Φρουρά επί του Ρήνου (Watch On The Rhine) που ήταν αντιπολεμική προπαγάνδα, ενώ κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του Δάκρυα του χθες (Old Aquaintance) πέθανε ο δεύτερος της σύζυγος. Το 1944 προτείνεται για 8η φορά για Όσκαρ για το φιλμ Μαραμένο λουλούδι (Mr. Η Ντέιβις δεν είχε πει ακόμα την τελευταία λέξη. Η ταινία Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν είχε μεγάλη επιτυχία κι η Ντέιβις έγινε η βασίλισσα του γραν-γκινιόλ για τη δεκαετία του 60, οι περισσότερες ταινίες που γύρισε τότε ήταν έργα τρόμου.

Όντας αδύναμη να επιστρέψει στην Αμερική ταξίδεψε μέχρι τη Γαλλία, όπου και εισήχθη σε Αμερικάνικο νοσοκομείο στην πολή Νεϊγί. Το βραβείο πήγε στη Τζόαν Φοντέιν. Οι μικρές αλεπούδες μεταφορά του θεατρικού της Λίλιαν Χέλμαν σημάδεψαν την τρίτη και τελευταία της συνεργασία με τον Γουίλιαμ Γουάιλερ.

Ήταν η πρώτη γυναίκα που κατάφερε αυτό το επίτευγμα. Ο πρώην σύζυγος της Ντέιβις, Γκάρι Μέριλ, κι άλλοι οικογενειακοί φίλοι, διέψευσαν τα γεγονότα του βιβλιου υποστηρίζοντας ότι η Μπάρμπαρα το έγραψε οδηγούμενη από φιλαργυρία .

Όταν η Ντέιβις συνήλθε, με μικρή παράλυση στην αριστερή γνάθο και στο αριστερό της χέρι, αποκλήρωσε την κόρη της και δεν της ξαναμίλησε μέχρι και το θάνατό της το 1989. Η υγεία της ήταν σε κρίσιμη κατάσταση κι όλοι νόμιζαν ότι θα πέθαινε.

Συνεργάστηκε με τον φίλο της και ηθοποιό Ρόμπερτ Γουόκερ στην ταινία Ο αρχικατάσκοπος (Madame Sin, 1971), με τη Φέι Ντάναγουεϊ στην τηλεταινία The Disappearance Of Aimee, καθώς και με τη Τζίνα Ρόουλαντς στην τηλεταινία Strangers: the story of mother and daughter, ρόλος ο οποίος το 1979 της απέφερε ένα βραβείο ΕΜΜΥ. Ο Τζακ Γουόρνερ όμως της απαγόρεψε την έγκριση σεναρίων και την ανάγκασε να εμφανιστεί στην ταινία Το μυστικό του δάσους (Beyond the forest) του 1949, την οποία η ηθοποιός θεωρούσε κακή.

Ο γάμος της με τον Νέλσον πήγαινε απ το κακό στο χειρότερο και τον χώρισε στα τέλη του 1938. Τα προβλήματα ξεκίνησαν όταν τελείωσαν τα γυρίσματα, με εκτόξευση αρνητικών δηλώσεων κι απ τις δυό πλευρές, στο μεταξύ η Ντέιβις έλαβε και την ενδέκατη υποψηφιότα για τα όσκαρ, ενώ η ακαδημία αγνόησε την Κρόφορντ.

Ήταν επίσης η πρώτη γυναίκα που κατάφερε να γίνει πρόεδρος της ακαδημίας των όσκαρ το 1941.Υποδυόταν συνήθως αντιπαθείς ηρωίδες και η τεχνική της έχει αντιγραφεί από πολλούς μεταγενέστερους ηθοποιούς. Ο γιός της Ντέιβις πήρε επίσης το μέρος της μητέρας του και δεν ξαναμίλησε στη Μπάρμπαρα.

Αυτή η ταινία του Γουάιλερ της απέφερε περαιτέρω καταξίωση απ τους κριτικούς. Το αποτέλεσμα ήταν η Ντέιβις με τη Μπάξτερ να ακυρώσουν η μιά την άλλη και το Όσκαρ α γυναικείου ρόλου να πάει στη Τζούντι Χόλιντεϊ για το Γεννημένη χθες.

Είχε πλέον την πολυτέλεια να διαλέγει και ν απορρίπτει σενάρια και να μπορεί να επιβάλλεται στους σκηνοθέτες με τους οποίους δούλευε. Ενώ στο Δράμα μιας αμαρτωλής συμπρωταγωνίστησε με τη Μίριαμ Χόπκινς με την οποία υπήρχε έχθρα.

Η Μπέτι Ντέιβις (αγγλικά Bette Davis) ήταν Αμερικανίδα ηθοποιός (5 Απριλίου 1908 - 6 Οκτωβρίου 1989) που θεωρείται η μεγάλη κυρία ή το ιερό τέρας του αμερικάνικου κινηματογράφου. Στα τέλη του 1947 έφερε στον κόσμο την κόρη της Μπάρμπαρα. Η ταινία του 1948 Νοσταλγοί μιας ζωής (June Bride) σημείωσε μικρή επιτυχία, έτσι η Ντέιβις ανανέωσε το συμβόλαιό της με τη Warner και με μισθό $10.285 την εβδομάδα, έγινε η πιό ακριβοπληρωμένη σταρ του Χόλυγουντ.

Οι ριζοσπαστικές τις ιδέες βρήκαν αντίσταση κι η Ντέιβις αποχώρησε απ τη θέση του προέδρου και μήνες αργότερα, όντας ακόμα θυμωμένη, δεν παρευρέθηκε στην βραδιά των Όσκαρ, παρόλο που είχε λάβει την 6η της υποψηφιότητα για την ταινία Μικρές αλεπούδες (The Little Foxes) του 1941. Η επόμενή της ταινία ήταν το Στιγματισμένες γυναίκες (Marked Woman) για το οποίο κέρδισε βραβείο στο φεστιβάλ της Βενετίας. Μετά τη δικαστική διαμάχη, η Ντέιβις απέκτησε κάποιες ελευθερίες στη Warner.

Έτσι ένα σενάριο, που είχε απορρίψει πρωτύτερα η Ντέιβις, έγινε ταινία με πρωταγωνίστρια την Κρόφορντ και τίτλο Θύελλα σε μητρική καρδιά (Mildred Pierce). Ακολουθούν ακόμη δυο θεατρικά στο Μπρόντγουεϊ για τα οποία παίρνει πολύ καλές κριτικές και το 1930 την καλούν από τη Universal, για δοκιμαστικό.

Μετά το χωρισμό της η Ντέιβις έγραψε την πρώτη της αυτοβιογραφία Μιά μοναχική ζωή (A lonely life). Στις αρχές της δεκαετίας του 60 η δημοτικότητα της Μπέτι Ντέιβις είχε υποστεί μεγάλο πλήγμα, καθώς τα σενάρια λιγόστευαν όλο και περισσότερο γι αυτήν που έιχε ήδη κλείσει τα πενήντα. Η Μάργκο τοποθετήθηκε σε ίδρυμα για παιδιά με ειδικές ανάγκες.

Μόλις το όνομα της νικήτριας ανακοινώθηκε η Ντέιβις πάγωσε κι η Κρόφορντ την προσπερασε για να παραλάβει το Όσκαρ για λογαριασμό της Μπάνκροφτ. Το καινούργιο της θεατρικό εγχείρημα ήταν το μιούζικαλ Two s Company με σκηνοθέτη το Ζυλ Ντασέν.

Η Ντέιβις συμφώνησε να συμμετάσχει, ενώ δεν της άρεσε ο ρόλος που της προσφέρονταν, με την προϋπόθεση ότι θα την αποδέσμευαν απ το συμβόλαιο της. Παρόλο που η Ντέιβις δεν ξαναδούλεψε με το Γουάιλερ, οι δυο τους μοιράζονταν αμοιβαία εκτίμηση για τα χρόνια που ακολούθησαν. Το 1942 βρήκε τη Ντέιβις να πρωταγωνιστεί στην ταινία Το ξέσπασμα μιας ψυχής (Now Voyager), στο ρόλο μιας γεροντοκόρης που αλλάζει εμφάνιση, αποκτά αυτοπεποίθηση και γνωρίζει τον έρωτα.

Η Warner φημίζονταν για τις γκανγκστερικές ταινίες που έθιγαν το κατεστημένο της αμερικάνικής κοινωνίας του 30, με αποτέλεσμα να μην αξιοποιείται σωστά το ταλέντο της Ντέιβις. Οι κριτικοί ήταν πολλές φορές ευνοικοί μαζί της, μα άλλες αρνητικοί.

Η Κρόφορντ πικραμένη τότε, στράφηκε δημόσια εναντίον της Ντέιβις, ζήτησε λοιπόν απ τις υπόλοιπες υποψήφίους να την άφηναν να δεχτεί εκείνη το βραβείο, σε περίπτωση νίκης, ενώ εκείνες ήταν απούσες. Το 1961 ενώ βρισκόταν στα γυρίσματα της ταινίας Η κόμισσα κι ο γκάνγκστερ (A pocketful of miracles) του Φρανκ Κάπρα, η μητέρα της πέθανε.

τη ζητά για να πρωταγωνιστήσει στην ταινία Ανθρώπινη Δουλεία (Of human bondage), βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Σόμερσετ Μομ. Απ τις ταινίες που εμφανίστηκε τη δεκαετία του 50 ξεχωρίζουν η Εστεμμένη Παρθένα (The Virgin Queen) του 1955, όπου ξαναϋποδύθηκε την Ελισάβετ Α της Αγγλίας και το Τόπο στα νιάτα (The Catered Affair) του 1956 όπου υποδύθηκε μια νοικοκυρά που παντρεύει την κόρη της.

Η ταινία πήρε ευνοϊκές κριτικές. Η Ντέιβις παρέλαβε μερικούς μήνες μετά το βραβείο της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών για την ερμηνεία της στην ταινία. Έχοντας καταφέρει να ανανεώσει την εικόνα της με το Όλα για την Εύα, η Ντέιβις ξεκίνησε να συμμετέχει σε ανεξάρτητες παραγωγές.

Oι κριτικές αυτή τη φορά είναι με το μέρος της και την ίδια χρονιά υπογράφει συμβόλαιο με τη Warner. Τα γυρίσματα τελείωσαν με τη γνώμη της Ντέιβις να επικρατεί και την θετική υποδοχή της ταινίας απ τους κριτικούς να τη δικαιώνει.

Η Ντέιβις έχασε τη δίκη και γύρισε στο Χόλυγουντ έχοντας χάσει σχεδόν όλη της την περιουσία. Τόσο ο Σέλζνικ όσο κι η Ντέιβις δεν το θεώρησαν καλή ιδέα και το σχέδιο ναυάγησε.

Στο Χουαρέζ, μια ταινία στην οποία συμμετείχε όλη η αφρόκρεμα των ηθοποιών της Warner από τον Τζον Γκάρφιλντ μέχρι και τον Πολ Μιούνι, υποδύθηκε την αυτοκράτειρα του Μεξικού Καρλόττα. Οι ταινίες τις οποίες διάλεξε να εμφανιστεί μετά όμως ήταν μέτριες και ούτε η 10η υποψηφιότητά της στα όσκαρ για την ταινία Η ντίβα (The star) του 1952 δεν μπόρεσε ν ανανεώσει το ενδιαφέρον του κοινού για τα έργα στα οποία εμφανιζόταν.

Το επιτελείο της Warner τότε την πήγε στα δικαστήρια γι αθέτηση συμβολαίου. Η Πικρή Νίκη ήταν η αγαπημένη ταινία της Ντέιβις, αλλά έχασε το Όσκαρ απ τη Σκάρλετ Ο Χάρα της Βίβιαν Λι.

Στα τέλη της ίδιας χρονιάς επέστρεψε στο θέατρο, όπου συμμετείχε στην πρώτη θεατρική μεταφορά του έργου του Τένεσι Γουίλιαμς, Η νύχτα της Ιγκουάνα. Η Ντέιβις ωστόσο προτάθηκε για Όσκαρ για τη συγκεκριμένη ταινία, το οποίο και κέρδισε.

Η ταινία αυτή, που της χάρισε την 7η υποψηφιότητά της στα Όσκαρ, θεωρείται η επιτομή των Woman s pictures. Οι ταινίες που γυρίζει εκεί έχουν μεν επιτυχία, αλλά δεν την ικανοποιούν καλλιτεχνικά και αρχίζει να ζητά καλύτερους ρόλους. Το 1934 ο Τζακ Γουόρνερ, ο διευθυντής της Warner, αρνείται να τη δανείσει στην Columbia για να παίξει στο Συνέβη μια νύχτα (It happened one night) του Φρανκ Κάπρα κι ο ρόλος της πηγαίνει στην Κλοντέτ Κολμπέρ.

Δυό εβδομάδες μετά την εγχείρηση υπέστη εγκεφαλικό. Το 1964 πρωταγωνίστησε στην ταινία Το μυστικό της Σάρλοτ (Hush.Hush.Sweet Charlotte) του Όλντριχ.

Το 1929 την επιλέγουν να ερμηνεύσει στο θέατρο, τη Χέντβιχ στην Αγριόπαπια του Ίψεν, το ρόλο που την είχε αρχικά παρακινήσει να γίνει ηθοποιός. Η Ντέιβις εκείνη τη χρονιά έχασε το Όσκαρ απ τη Γκριρ Γκάρσον. Τον επόμενο χρόνο η Ντέιβις με τη βοήθεια του Τζον Γκάρφιλντ, του Τζακ Γουόρνερ και του Κάρι Γκραντ ίδρυσε το Hollywood Canteen, ένα κλαμπ διασκέδασης στο οποίο σύχναζαν οι Αμερικάνοι στρατιώτες όταν δεν βρίσκονταν στο πεδίο της μάχης.

Η Ντέιβις διαβάζοντας το σενάριο διαπίστωσε ότι ήταν ενα απ τα καλύτερα σενάρια που της δόθηκαν ποτέ κι αποφάσισε να παίξει στην ταινία. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων η Ντέιβις ερωτεύτηκε τον συμπρωταγωνιστή της Γκάρι Μέριλ, τον οποίο αργότερα παντρευτηκε και βρήκε μια καινούργια φίλη στο πρόσωπο της Αν Μπάξτερ που είχε το ρόλο της Εύας. Για την πρώτη ταινία, που συμπρωταγωνιστεί με το Τζορτζ Μπρεντ και τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και υποδύεται μια γυναίκα που πεθαίνει από καρκίνο, έλαβε την τέταρτή της υποψηφιότητα στα Όσκαρ.

Οι κριτικές ήταν μέτριες κι η Ντέιβις αναγκάστηκε να διακόψει μετά από βαρύ κρούσμα οστεομυελίτιδας. Ο τέταρτος γάμος της με το Γκάρι Μέριλ αρχικά πήγαινε καλά, ο Γκάρι υιοθέτησε την κόρη της Μπάρμπαρα (Μπι Ντι) και μαζί υιοθέτησαν άλλα δυό παιδιά το Μάικλ και τη Μάργκο, η οποία λίγο καιρό μετά την υιοθεσία της παρουσίασε προβλήματα, λόγω εγκεφαλικού τραύματος που προκλήθηκε κατα τη διάρκεια ή αμέσως μετά τον τοκετό. Υπήρξε πρόβλημα όμως όταν η Αν Μπάξτερ επέμεινε το στούντιο να την υποστηρίξει για να προταθεί για Όσκαρ α γυναικείου ρόλου αντί για β γυναικείο, κάτι που θα ελάττωνε τις πιθανότητες της Ντέιβις να κερδίσει το τρίτο της Όσκαρ.

Η ταινία πήρε καλές κριτικές, αλλά η Ντέιβις ήταν ακόμη δυσαρεστημένη με το γεγονός ότι δεν της δίνονταν το προνόμιο της έγκρισης των σεναρίων κι αποφάσισε να σπάσει το συμβόλαιο. Εκείνη την περίοδο η Ντέιβις παντρεύτηκε με τον Γουίλιαμ Γκραντ Σέρι. Το 1946 η Ντέιβις έγινε και παραγωγός στο Κλεμμένη ευτυχία (A stolen life), μια ταινία που τη βρήκε να συμπρωταγωνιστεί με τον Γκλεν Φορντ, αυτή ήταν η πρώτη ταινία μετά από χρόνια που πήρε αρνητικές κριτικες, παρόλα αυτά ήταν κερδοφόρα.

Έτσι κι έγινε, το φίλμ έλαβε ρεκόρ υποψηφιοτήτων, δεκατέσσερις στο σύνολο, μεταξύ των οποίων και πέντε για Όσκαρ ερμηνείας, στον α γυναικείο ρόλο η Ντέιβις με τη Μπάξτερ, στο β ανδρικό ο Σάντερς και στο β γυναικείο η Χολμ και η Ρίττερ.