σινεμα - Μαντουμπάλα

σινεμα - Μαντουμπάλα
Φωτογραφία από χρήστη celinecelines στο Flickr.

Το 1960 εξαργύρωσε αυτές τις επιτυχίες με τη συμμετοχή της στην επική υπερπαραγωγή Mughal-E-Azam. Οι αποτυχίες αυτές ήταν αποτέλεσμα του σινεμα Μαντουμπάλα γεγονότος ότι πολύ συχνά δεν μπορούσε να ολοκληρώσει τα γυρίσματα λόγω υγείας. .

Είναι η ταινία στην οποία εμφανίστηκε σινεμα για πρώτη φορά με το όνομα Μαντουμπάλα, ήταν μόλις 14 Σινεμά χρονών, αλλά ήδη πρωταγωνίστρια. Τα επόμενα δύο χρόνια η μικρή Μαντουμπάλα εξελίχθηκε σε μια απίστευτη καλλονή (ο τύπος της εποχής και οι θαυμαστές της την αποκαλούσαν Αφροδίτη της μεγάλης σινεμα Μήτση Κωνσταντάρα οθόνης). Όντας η μοναδική πηγή εσόδων της οικογένειας, αναγκάστηκε να συμμετάσχει σε οποιοδήποτε φιλμ της πρότειναν, κάτι που έβλαψε την υπόσταση της Σινεμά σαν σοβαρής ηθοποιού και για το οποίο μετάνιωσε αργότερα. Αν και η ανάγκη δεν της επέτρεπε να είναι επιλεκτική, προσπαθούσε ενίοτε να συμμετέχει και σε πιο ακαδημαϊκά φιλμ με δυνατούς ερμηνευτικά ρόλους.

Μέχρι την ενηλικίωση της, η ασυνήθιστη ομορφιά και η λυγερή, ψηλή κορμοστασιά της φανέρωναν ότι είχε τη Σινεμά στόφα πρωταγωνίστριας. Ο σκηνοθέτης της ταινίας αγνοώντας την ασθένεια της, την υπέβαλε σε ένα επίπονο και χρονοβόρο πρόγραμμα γυρισμάτων που κράτησαν συνολικά 9 χρόνια.

Φωτογραφίες και συνεντεύξεις τις εμφανίζονταν σε πολλά αμερικανικά περιοδικά. Ο αισθησιακός χορός της με τους πυρσούς υπό τους ήχους του τραγουδιού Aye Meherebaan έμεινε ιστορικός ενώ το τραγούδι ακούγεται μέχρι και σήμερα.

Η μεγάλη ευκαιρία της δόθηκε όταν ο σκηνοθέτης Κιντάρ Σαρμά την επέλεξε για συμπρωταγωνίστρια του Ρατζ Καπούρ στην ταινία Neel Kamal (1947). Η Μαντουμπάλα (Χίντι: मधुबाला) (14 Φεβρουαρίου, 1933 - 23 Φεβρουαρίου, 1969), ήταν μια φημισμένη Ινδή ηθοποιός.

Μετά το διαζύγιο του και λόγω του ότι εκείνος ήταν ινδουιστής ενώ εκείνη μουσουλμάνα παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο το 1960. Την εποχή εκείνη οι χειρουργικές επεμβάσεις στην καρδιά ήταν σχεδόν άγνωστες και έτσι η πάθηση της κρατήθηκε μυστική για πολλά χρόνια παρά κάποιες αόριστες φήμες που κυκλοφορούσαν κατά καιρούς. Η οικογένεια της υπήρξε υπερπροστατευτική, εξαιτίας της κατάστασης της, ετοιμάζοντας όλα τα γεύματα της στο σπίτι και δίνοντας της να πιει νερό μόνο από μια συγκεκριμένη πηγή (για να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο κάποιας μόλυνσης).

Την έπεισαν ότι οι πιθανότητες επιτυχίας ήταν μηδαμινές και ότι τις απέμενε το πολύ ένας χρόνος ζωής. Το ρεκόρ εισιτηρίων της καταρρίφθηκε μετά από 15 ολόκληρα χρόνια, από το φιλμ Sholay (1975), ενώ μέχρι και σήμερα κρατάει τη 2η θέση (με τις εισπράξεις προσαρμοσμένες στον πληθωρισμό). Το Mughal E Azam μαζί με το Barsaat Ki Raat της ίδιας χρονιάς σηματοδοτούν και το απόγειο της καριέρας της.

Ο Φρανκ Κάπρα σε ένα ταξίδι του εκείνη την εποχή στην Βομβάη συναντήθηκε με όλη την ελίτ του Ινδικού κινηματογράφου, αλλά όχι με εκείνη την όποια κυρίως είχε έρθει για να δει. Εμφανίστηκε δίπλα στους πιο φημισμένους άνδρες ηθοποιούς της εποχής (Ασόκ Κουμάρ, Ρατζ Καπούρ, Σουνίλ Ντουτ, Ντιλίπ Κουμάρ κ.α) αλλά και εξίσου δημοφιλείς πρωταγωνίστριες της εποχής (Σουράγια, Γκίτα Μπάλι, Νίμι κ.α).

Στη δεκαετία του 50 και στις αρχές του 60 πρωταγωνίστησε σε πολλές επιτυχημένες ταινίες που θεωρούνται πλέον κλασσικές. Όταν η Μαντουμπάλα το έμαθε δήλωσε πικραμένη ότι θα έπαιζε στην ταινία με αμοιβή ακόμα και μια ρούπια.

Εμφανίστηκε σαν παιδί θαύμα σε μερικές ακόμα ταινίες και σύντομα κέρδισε τη φήμη μιας ταλαντούχας και αξιόπιστης ερμηνεύτριας. Ο σκηνοθέτης εντούτοις φοβούμενος ότι η αμοιβή της καλοπληρωμένης ηθοποιού θα ήταν υπέρογκη για τον προϋπολογισμό της ταινίας την απέρριψε δίνοντας το ρόλο στην ανερχόμενη τότε Κάμινι Κοσάλ.

Όταν ο πατέρας της έμεινε άνεργος η φτωχή οικογένεια υπέφερε και έξι από τα αδέρφια της πέθαναν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε η ταινία Biraj Bahu (1954).

Μαζί με τις σύγχρονες της Ναργκίς και Μίνα Κουμάρι θεωρούνται η ιερή τριάδα του Ινδικού σινεμά, τρεις γυναίκες ηθοποιοί με ασύγκριτο ταλέντο και φήμη. Η Μουμτάζ Μπεγκούμ Τζεχάν Ντελάβι, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στο Δελχί από μια φτωχή και συντηρητική οικογένεια μουσουλμάνων της φυλής των Παθάν. Ο πατέρας της ψάχνοντας για δουλειά περνούσε συχνά από τα κινηματογραφικά πλατό και έτσι η μικρή Μουμτάζ μπαίνει στο χώρο του κινηματογράφου σε ηλικία 9 ετών. Η πρώτη της ταινία ήταν η εμπορική επιτυχία Basant (1942) στην οποία υποδυόταν την κόρη της δημοφιλούς τότε πρωταγωνίστριας Μουμτάζ Σάντι.

Η σχέση κράτησε 5 χρόνια και παρά το γεγονός ότι η Μαντουμπάλα ήταν ιδιαίτερα φειδωλή στις δημόσιες εμφανίσεις της και στα προσωπικά της ζητήματα, το ζευγάρι είχε εμφανιστεί μαζί στη πρεμιέρα της ταινίας Insaniyat (1955). Στο Howrah Bridge προκάλεσε δε μεγάλη εντύπωση με την τολμηρή, για την εποχή, εμφάνιση της (μπλούζες με βαθύ ντεκολτέ, κολλητά παντελόνια κάπρι και κινέζικα φορέματα) στο ρόλο μια Αγγλο-Ινδής τραγουδίστριας στον υπόκοσμο της Τσαϊνατάουν της Καλκούτας.

Η επιπόλαια αυτή κίνηση σε συνδυασμό με κάποιες λάθος επιλογές ρόλων ανάγκασε τους κριτικούς της εποχής να αναφέρονται και να σχολιάζουν περισσότερο την ομορφιά της παρά τις υποκριτικές της ικανότητες. Το 1949 πρωταγωνιστεί στην εμπορικά επιτυχημένη ταινία Mahal που την μετατρέπει σε πραγματική σταρ. Το 1950, μετά από συνεχείς αιμοπτύσεις στα πλατό, αποκαλύπτεται η καρδιακή της πάθηση, μια εκ γενετής καρδιακή ανωμαλία που κοινώς αποκαλείται τρύπα στην καρδιά (ανοικτό ωοειδές τρήμα).

Τα επόμενα χρόνια ύστερα από την κατάρρευση της εμφανίστηκε σποραδικά και αποσπασματικά σε κάποιες ταινίες χωρίς εμπορική επιτυχία. Στη μέση αυτού του διαστήματος προέκυψε και ο χωρισμός της με τον συμπρωταγωνιστή της Ντιλίπ Κουμάρ προσθέτοντας στις σωματικές δοκιμασίες και ένα βαρύ ψυχολογικό φόρτο.

Πρότεινε να γίνει μια συνάντηση προκειμένου να συζητηθεί η μετάβαση της Μαντουμπάλα στο Χόλιγουντ, αλλά ο πατέρας της υπήρξε κατηγορηματικά αρνητικός, βάζοντας μια για πάντα τέλος σε μια ενδεχόμενη κινηματογραφική καριέρα στη Δύση. Μετά το Mahal ακολούθησαν πολλές ακόμα επιτυχημένες ταινίες. Σε αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης μετακομίζουν στη Βομβάη.

Ήταν το πέμπτο από τα έντεκα συνολικά παιδιά της οικογένειας. Στη διάρκεια μιας μικρής αναλαμπής στην υγεία της προσπάθησε να επανέλθει στα κινηματογραφικά δρώμενα με την ταινία Chalack η οποία τελικά παρέμεινε ημιτελής καθώς σύντομα η υγεία της χειροτέρεψε και πάλι. Η μεγάλη ηθοποιός υπέκυψε στην ασθένεια της το Φλεβάρη του 1969 λίγες μέρες μετά τα 36α της γενέθλια έχοντας προλάβει να συμμετάσχει στη σύντομη ζωή της σε πάνω από 70 ταινίες. Στις αρχές του 50 η Μαντουμπάλα, όντας η πιο επιτυχημένη ηθοποιός της Ινδίας, τράβηξε το ενδιαφέρον του Χόλιγουντ.

Η Μαντουμπάλα έχοντας διαβάσει το βιβλίο στο οποίο βασίστηκε η ταινία προσπάθησε εναγωνίως να εξασφαλίσει τη συμμετοχή της. Αν και τελικά η ασθένεια της στέρησε πολλά χρόνια ζωής και καριέρας, η Μαντουμπάλα σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 50 κατόρθωσε να επιτύχει μια αξιοζήλευτη επαγγελματική σταδιοδρομία. Η Μαντουμπάλα διατηρούσε χρόνια σχέση με τον ηθοποιό και συχνό συμπρωταγωνιστή της Ντιλίπ Κουμάρ.

Προσπαθώντας να εξασφαλίσει οικονομικά την οικογένεια της εμφανίστηκε σε 24 ταινίες τα τέσσερα πρώτα χρόνια της καριέρας της ως ενήλικη. Μια άλλη φημισμένη πρωταγωνίστρια, η Ντέβικα Ράνι, εντυπωσιασμένη από το ταλέντο της, την συμβούλεψε να αλλάξει το όνομα της σε Μαντουμπάλα.

Το 1958 κατάφερε να ανατρέψει την κατάσταση με τη συμμετοχή της σε μια σειρά ταινιών με μεγάλη εμπορική απήχηση όπως τα φιλμ Howrah Bridge, Kala Pani, Phagun και Chalti Ka Naam Gaadi. Οι καρδιακές επεμβάσεις βρίσκονταν τότε σε νηπιακό στάδιο και οι γιατροί που την εξέτασαν αρνήθηκαν να κάνουν την εγχείριση.

Τόσο μεγάλη ήταν η επιθυμία της να την υπολογίζουν σαν μια σοβαρή ηθοποιό. Σαν πρωταγωνίστρια η Μαντουμπάλα αναρριχήθηκε γρήγορα στην κορυφή του Ινδικού σταρ σύστεμ. Η οικογένεια του άντρα της ποτέ δεν την αποδέχτηκε πραγματικά και το ζευγάρι αν και παρέμεινε παντρεμένο μέχρι τέλους ποτέ δεν γνώρισε την ευτυχία. Το 1960 η κατάσταση της υγείας της επιδεινώνεται και αναζητά θεραπεία στο Λονδίνο.

Εργάστηκε υπό τις οδηγίες των πιο καταξιωμένων σκηνοθετών και επιχείρησε να μπει και στο χώρο της παραγωγής ταινιών με το φιλμ Naata (1955). Η σχέση έληξε άδοξα μετά από μια πολύκροτη δικαστική διαμάχη σχετικά με τα γυρίσματα μιας ταινίας. Γνώρισε τον μετέπειτα σύζυγό της Κισόρ Κουμάρ το 1958, όταν αυτός ήταν ήδη παντρεμένος.

Η συγκεκριμένη ταινία θεωρείται το κορυφαίο της δημιούργημα αλλά και η κορυφαία ταινία της δεκαετίας του 60 για ολόκληρο το Ινδικό σινεμά. Στο επικό ιστορικό δράμα Mughal-e-Azam η Μαντουμπάλα υποδύθηκε με ανυπέρβλητο τρόπο και πάθος την κατατρεγμένη παλλακίδα Αναρκάλι. Πολλοί εικάζουν ότι οι δοκιμασίες αυτές οδήγησαν στην ραγδαία επιδείνωση της υγείας της που και τελικά την οδήγησε στο θάνατο. Η πρεμιέρα της ταινίας έγινε στις 5 Αυγούστου του 1960 και σύντομα έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία από καταβολής Ινδικού σινεμά.

Το πολύπλευρο ταλέντο της φάνηκε με τη συμμετοχή της σε κάθε είδους ταινία, ερμηνεύοντας με την ίδια άνεση ρόλους ρομαντικούς, κωμικούς η δραματικούς και παίζοντας από τη δεσποσύνη εν κινδύνω μέχρι τη γυναίκα του καμπαρέ. Ξαφνικά στα μέσα του 50 οι ταινίες της άρχισαν να αποτυγχάνουν στα ταμεία με αποτέλεσμα τα έντυπα της εποχής να την αποκαλέσουν δηλητήριο για τις εισπράξεις (Box Office Poison). Η Μαντουμπάλα γύρισε στην Ινδία και αψηφώντας όλες τις προβλέψεις έζησε για 9 ακόμα χρόνια.